Η Ρωσία δεν επιχειρεί πλέον μόνο να πιέσει την ουκρανική γραμμή άμυνας - Επιχειρεί να πιέσει το οικονομικό σύστημα που βρίσκεται πίσω από αυτή
(upd) Ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται όλο και βαθύτερα σε μια φάση όπου η έκβαση δεν κρίνεται αποκλειστικά στις γραμμές του μετώπου.
Πίσω από τα άρματα, τα drones και τους πυραύλους βρίσκεται ένα δεύτερο πεδίο μάχης: οι αποθήκες, τα κέντρα διανομής, οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια, οι επιχειρήσεις και τελικά η ίδια η δυνατότητα μιας χώρας να χρηματοδοτεί και να συντηρεί έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Οι μεγάλης κλίμακας ρωσικές επιθέσεις των τελευταίων εβδομάδων σε ουκρανικές υποδομές logistics δείχνουν ότι η Μόσχα επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση ακριβώς σε αυτό το επίπεδο.
Η ρωσική στρατηγική δεν περιορίζεται στην καταστροφή στρατιωτικού εξοπλισμού στο μέτωπο.
Επιδιώκει να πλήξει τις αλυσίδες που επιτρέπουν στην ουκρανική οικονομία και στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις να συνεχίζουν να λειτουργούν.
Η σοβαρότητα της κατάστασης αποτυπώνεται πλέον όχι σε ρωσικές ανακοινώσεις, αλλά στις δηλώσεις του ίδιου του ουκρανικού πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου.
Ο επικεφαλής της οικονομικής επιτροπής του ουκρανικού Κοινοβουλίου, Daniil Getmantsev, παραδέχθηκε σε συνέντευξή του στο RBC-Ukraine ότι δεν είχε δει τις επιχειρήσεις σε τέτοια κατάσταση «απόγνωσης» σε κανένα προηγούμενο στάδιο του πολέμου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ζημιές μεγάλων ουκρανικών εταιρειών μετρώνται πλέον σε δισεκατομμύρια hryvnias και ορισμένες βρίσκονται στα όρια διακοπής της λειτουργίας τους.

Η καταστροφή ενός οικονομικού οικοσυστήματος
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Rozetka, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου της Ουκρανίας.
Η συνιδρύτριά της, Iryna Chechotkina, ανακοίνωσε ότι ένα μόνο κέντρο διανομής που καταστράφηκε κοντά στο Κίεβο είχε αξία περίπου 70 εκατ. δολαρίων, χωρίς να υπολογίζεται εμπόρευμα αξίας δισεκατομμυρίων hryvnias. Η ίδια προειδοποίησε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν να καλύψουν ζημιές τέτοιου μεγέθους και ότι χωρίς κάποια μορφή κρατικής βοήθειας η δυνατότητα ανοικοδόμησης είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μία αποθήκη.
Εταιρείες όπως Rozetka, Nova Poshta, Silpo και Epicentr δεν αποτελούν απλώς εμπορικά σήματα.
Γύρω τους λειτουργούν χιλιάδες μικρότερες επιχειρήσεις, μεταφορικές εταιρείες, προμηθευτές, παραγωγοί και εργαζόμενοι.
Ο Daniil Getmantsev περιέγραψε ουσιαστικά ένα οικονομικό οικοσύστημα στο οποίο η καταστροφή ενός μεγάλου κόμβου αφαιρεί ταυτόχρονα κεφάλαιο κίνησης, αποθηκευτική ικανότητα και εμπορική ρευστότητα.
Εδώ βρίσκεται και η στρατηγική σημασία των πληγμάτων.
Στον σύγχρονο πόλεμο, μια αποθήκη δεν είναι απλώς ένα κτίριο.
Είναι κόμβος διανομής.
Αν χαθεί, πρέπει να μεταφερθούν προϊόντα αλλού, να δημιουργηθούν νέες διαδρομές, να βρεθούν φορτηγά, να αυξηθούν αποθέματα ασφαλείας και να επενδυθούν κεφάλαια σε εγκαταστάσεις που μπορεί και αυτές να αποτελέσουν επόμενο στόχο.
Κάθε καταστροφή πολλαπλασιάζει επομένως το πραγματικό οικονομικό κόστος.

Η Μόσχα αλλάζει το πεδίο του πολέμου
Στις επιθέσεις της 5ης Αυγούστου, η Ρωσία ανακοίνωσε ότι έπληξε επτά κέντρα logistics στο Κίεβο και στην ευρύτερη περιοχή, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση ή διανομή προϊόντων διπλής χρήσης και εξαρτημάτων drones.
Από στρατηγική άποψη, ωστόσο, η κατεύθυνση είναι σαφής.
Η Ρωσία εκμεταλλεύεται ένα πρόβλημα που γίνεται όλο και πιο σοβαρό για το Κίεβο: την έλλειψη πυραύλων αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot.
Κατά την επίθεση της 5ης Αυγούστου, οι ουκρανικές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι κατέρριψαν σχεδόν το 90% των 115 drones που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν ούτε έναν από τους 24 βαλλιστικούς πυραύλους ούτε τους τέσσερις πυραύλους Zircon.
Η Ουκρανία αναγνωρίζει ότι οι παραδόσεις αντιαεροπορικών πυραύλων έχουν μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2025.
Για τη Μόσχα, αυτό δημιουργεί ένα παράθυρο επιχειρησιακού πλεονεκτήματος.
Η αεράμυνα δεν μπορεί να προστατεύσει τα πάντα.
Όταν οι αναχαιτιστές είναι περιορισμένοι, το Κίεβο αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακές μονάδες, βιομηχανία και εμπορικά logistics.
Η ίδια η γεωγραφία της άμυνας μετατρέπεται έτσι σε δίλημμα.

Από τις αποθήκες στα άδεια ράφια
Οι συνέπειες έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές στην καθημερινή οικονομία.
Μετά τις επιθέσεις σε κέντρα διανομής, ουκρανικά μέσα κατέγραψαν ελλείψεις και άδεια ράφια σε ορισμένα καταστήματα στο Κίεβο και στην περιφέρειά του.
Οι ζημιές σε εγκαταστάσεις των Silpo και άλλων μεγάλων αλυσίδων υποχρέωσαν τις εταιρείες να αναδιατάξουν την τροφοδοσία τους.

Το ισχυρότερο όπλο: Tα λιμάνια
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση προκαλεί η κατάσταση στη Μαύρη Θάλασσα.
Η οικονομία της Ουκρανίας εξακολουθεί να εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.
Περίπου το 90% των εξαγωγών σιτηρών και ελαιούχων προϊόντων μεταφέρεται κανονικά μέσω της Μαύρης Θάλασσας, ενώ η γεωργία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των ουκρανικών εσόδων από εξαγωγές.
Οι ρωσικές επιθέσεις σε λιμενικές εγκαταστάσεις και πλοία γύρω από την Οδησσό έχουν προκαλέσει δραματική μείωση της κίνησης.
Στις αρχές Αυγούστου, κανένα πλοίο δεν είχε εισέλθει στα λιμάνια της περιοχής για σχεδόν δύο εβδομάδες.
Ο Ουκρανός υπουργός Γεωργίας Taras Vysotskyi προειδοποίησε ότι περισσότερα από 30 εκατ. τόνοι αγροτικών προϊόντων κινδυνεύουν να μη φτάσουν στις διεθνείς αγορές εάν η κατάσταση δεν αλλάξει.
Οι άμεσες απώλειες για τον αγροτικό τομέα μπορεί να φτάσουν τα 1,5 έως 3 δισ. δολάρια μόνο φέτος.
Μέχρι τα μέσα Αυγούστου, οι εξαγωγές σιτηρών είχαν υποχωρήσει κατά περίπου 75% σε ετήσια βάση για τις πρώτες δύο εβδομάδες του μήνα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο οικονομικό μέτωπο του πολέμου.

Η εναλλακτική διαδρομή δεν αρκεί
Θεωρητικά, η Ουκρανία μπορεί να παρακάμψει τη Μαύρη Θάλασσα μέσω σιδηροδρόμων, οδικών μεταφορών και του Δούναβη.
Στην πράξη, όμως, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Σύμφωνα με τον Taras Vysotskyi, οι εναλλακτικές οδοί μπορούν να καλύψουν περίπου το 50%-55% της μηνιαίας δυναμικότητας των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας και επιβαρύνουν τους παραγωγούς με επιπλέον κόστος περίπου 45-50 δολαρίων ανά τόνο.
Τα χαμηλά επίπεδα νερού στον Δούναβη δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η οικονομική πίεση δημιουργεί έτσι μια αλυσίδα:
λιγότερα πλοία σημαίνουν λιγότερες εξαγωγές· λιγότερες εξαγωγές σημαίνουν χαμηλότερες τιμές για τους Ουκρανούς παραγωγούς· χαμηλότερες τιμές σημαίνουν μικρότερη ρευστότητα· και μικρότερη ρευστότητα σημαίνει λιγότερα χρήματα για καύσιμα, μισθούς, σπορά και εξυπηρέτηση δανείων.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας εκτιμά ότι η διατάραξη των λιμανιών μπορεί να στερήσει περίπου 2,5 δισ. δολάρια σε συναλλαγματικά έσοδα έως το τέλος του έτους.

Ένας πόλεμος οικονομικής αντοχής
Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά της εικόνας.
Η Ουκρανία εφαρμόζει παρόμοια λογική εναντίον της Ρωσίας, χτυπώντας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, βιομηχανικούς στόχους και κέντρα logistics της Wildberries. Η Ρωσία αναγνωρίζει ότι οι επιθέσεις προκαλούν οικονομικές ζημιές, αν και η Μόσχα υποστηρίζει ότι δεν έχουν δημιουργήσει κρίσιμες συνέπειες.
Επομένως, ο «πόλεμος των αποθηκών» είναι πλέον αμφίδρομος.
Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στην οικονομική αντοχή των δύο πλευρών.
Για τη Ρωσία, ο στόχος είναι να αποδείξει ότι διαθέτει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, περισσότερες δυνατότητες παραγωγής και μεγαλύτερη ικανότητα να απορροφήσει τις απώλειες ενός παρατεταμένου πολέμου.
Για την Ουκρανία, αντίθετα, η συνέχιση της οικονομικής λειτουργίας εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από δυτική χρηματοδότηση, στρατιωτική βοήθεια και πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

Αυτό μετατρέπει τις αποθήκες, τα λιμάνια και τους πυραύλους αναχαίτισης Patriot σε κομμάτια του ίδιου στρατηγικού παζλ.
Η Μόσχα ποντάρει πλέον λιγότερο στην εικόνα μιας ξαφνικής στρατιωτικής κατάρρευσης και περισσότερο στη συσσωρευτική φθορά: κάθε κατεστραμμένη αποθήκη, κάθε εβδομάδα χωρίς κανονικές θαλάσσιες εξαγωγές, κάθε ακριβότερη διαδρομή μεταφοράς και κάθε πύραυλος αναχαίτισης που εξαντλείται αυξάνει το κόστος συνέχισης του πολέμου για το Κίεβο.
Και αυτό ίσως αποτελεί το σημαντικότερο μήνυμα της σημερινής φάσης της σύγκρουσης.
Η Ρωσία δεν επιχειρεί πλέον μόνο να πιέσει την ουκρανική γραμμή άμυνας.
Επιχειρεί να πιέσει το οικονομικό σύστημα που βρίσκεται πίσω από αυτή.
Αν το Κίεβο δεν μπορέσει να εξασφαλίσει επαρκή αεράμυνα, να αποκαταστήσει τις εφοδιαστικές του αλυσίδες και να κρατήσει ανοιχτή τη Μαύρη Θάλασσα, τότε ο πραγματικός κίνδυνος δεν θα είναι μόνο η απώλεια εδάφους.
Θα είναι μια σταδιακή οικονομική ασφυξία που θα κάνει κάθε επόμενο μήνα του πολέμου ακριβότερο από τον προηγούμενο.

Economist: Η Ρωσία σκοτώνει την ουκρανική οικονομία χτυπώντας τα logistics
Δεν είναι τυχαία η αναφορά του Economist στις σημαντικές οικονομικές απώλειες προκαλούν στην Ουκρανία τα ρωσικά πλήγματα εναντίον αποθηκών, κέντρων logistics, επιχειρήσεων και μεταφορικών υποδομών.
Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο στρατιωτικό μέτωπο, αλλά επεκτείνεται στην ίδια τη δυνατότητα της ουκρανικής οικονομίας να λειτουργεί και να εξάγει προϊόντα.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της αλυσίδας Goodwine.
Σύμφωνα με τον συνιδιοκτήτη της, Dmitry Krymsky, τα ρωσικά πλήγματα έχουν προκαλέσει ζημιές περίπου 500 εκατ. δολαρίων σε ουκρανικές επιχειρήσεις μέσα σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων.
Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί αποθήκες, κέντρα διανομής, εγκαταστάσεις της Nova Poshta, αλλά και πλοία μεταφοράς φορτίων στη Μαύρη Θάλασσα. Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση στα λιμάνια της Οδησσού τα οποία, σύμφωνα με τον Economist, έχουν ουσιαστικά καταστεί «εμπορικά νεκρά» μετά την εντατικοποίηση των επιθέσεων στη ναυσιπλοΐα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά τις ουκρανικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.
Η Ουκρανία χρειάζεται φέτος να διαθέσει στις διεθνείς αγορές περίπου 50 εκατ. τόνους σιτηρών.
Εάν οι θαλάσσιες εξαγωγές παραμείνουν σοβαρά περιορισμένες, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα βαριές για τον αγροτικό τομέα.
Η αδυναμία πώλησης της παραγωγής θα μπορούσε να οδηγήσει πολλούς αγρότες στην απόφαση να μειώσουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν τις φθινοπωρινές καλλιέργειες.
Οι πιθανές απώλειες για τον κλάδο εκτιμώνται σε 10 έως 12 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ουκρανικού ΑΕΠ.
Είναι πασιφανές ότι η ρωσική στρατηγική αποσκοπεί πλέον στην κατάρρευση της Ουκρανίας, μέσω χτυπήματων στο οικονομικό «νευρικό σύστημα» της χώρας.
www.bankingnews.gr
Πίσω από τα άρματα, τα drones και τους πυραύλους βρίσκεται ένα δεύτερο πεδίο μάχης: οι αποθήκες, τα κέντρα διανομής, οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια, οι επιχειρήσεις και τελικά η ίδια η δυνατότητα μιας χώρας να χρηματοδοτεί και να συντηρεί έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Οι μεγάλης κλίμακας ρωσικές επιθέσεις των τελευταίων εβδομάδων σε ουκρανικές υποδομές logistics δείχνουν ότι η Μόσχα επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση ακριβώς σε αυτό το επίπεδο.
Η ρωσική στρατηγική δεν περιορίζεται στην καταστροφή στρατιωτικού εξοπλισμού στο μέτωπο.
Επιδιώκει να πλήξει τις αλυσίδες που επιτρέπουν στην ουκρανική οικονομία και στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις να συνεχίζουν να λειτουργούν.
Η σοβαρότητα της κατάστασης αποτυπώνεται πλέον όχι σε ρωσικές ανακοινώσεις, αλλά στις δηλώσεις του ίδιου του ουκρανικού πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου.
Ο επικεφαλής της οικονομικής επιτροπής του ουκρανικού Κοινοβουλίου, Daniil Getmantsev, παραδέχθηκε σε συνέντευξή του στο RBC-Ukraine ότι δεν είχε δει τις επιχειρήσεις σε τέτοια κατάσταση «απόγνωσης» σε κανένα προηγούμενο στάδιο του πολέμου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ζημιές μεγάλων ουκρανικών εταιρειών μετρώνται πλέον σε δισεκατομμύρια hryvnias και ορισμένες βρίσκονται στα όρια διακοπής της λειτουργίας τους.

Η καταστροφή ενός οικονομικού οικοσυστήματος
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Rozetka, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου της Ουκρανίας.
Η συνιδρύτριά της, Iryna Chechotkina, ανακοίνωσε ότι ένα μόνο κέντρο διανομής που καταστράφηκε κοντά στο Κίεβο είχε αξία περίπου 70 εκατ. δολαρίων, χωρίς να υπολογίζεται εμπόρευμα αξίας δισεκατομμυρίων hryvnias. Η ίδια προειδοποίησε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν να καλύψουν ζημιές τέτοιου μεγέθους και ότι χωρίς κάποια μορφή κρατικής βοήθειας η δυνατότητα ανοικοδόμησης είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μία αποθήκη.
Εταιρείες όπως Rozetka, Nova Poshta, Silpo και Epicentr δεν αποτελούν απλώς εμπορικά σήματα.
Γύρω τους λειτουργούν χιλιάδες μικρότερες επιχειρήσεις, μεταφορικές εταιρείες, προμηθευτές, παραγωγοί και εργαζόμενοι.
Ο Daniil Getmantsev περιέγραψε ουσιαστικά ένα οικονομικό οικοσύστημα στο οποίο η καταστροφή ενός μεγάλου κόμβου αφαιρεί ταυτόχρονα κεφάλαιο κίνησης, αποθηκευτική ικανότητα και εμπορική ρευστότητα.
Εδώ βρίσκεται και η στρατηγική σημασία των πληγμάτων.
Στον σύγχρονο πόλεμο, μια αποθήκη δεν είναι απλώς ένα κτίριο.
Είναι κόμβος διανομής.
Αν χαθεί, πρέπει να μεταφερθούν προϊόντα αλλού, να δημιουργηθούν νέες διαδρομές, να βρεθούν φορτηγά, να αυξηθούν αποθέματα ασφαλείας και να επενδυθούν κεφάλαια σε εγκαταστάσεις που μπορεί και αυτές να αποτελέσουν επόμενο στόχο.
Κάθε καταστροφή πολλαπλασιάζει επομένως το πραγματικό οικονομικό κόστος.

Η Μόσχα αλλάζει το πεδίο του πολέμου
Στις επιθέσεις της 5ης Αυγούστου, η Ρωσία ανακοίνωσε ότι έπληξε επτά κέντρα logistics στο Κίεβο και στην ευρύτερη περιοχή, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση ή διανομή προϊόντων διπλής χρήσης και εξαρτημάτων drones.
Από στρατηγική άποψη, ωστόσο, η κατεύθυνση είναι σαφής.
Η Ρωσία εκμεταλλεύεται ένα πρόβλημα που γίνεται όλο και πιο σοβαρό για το Κίεβο: την έλλειψη πυραύλων αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot.
Κατά την επίθεση της 5ης Αυγούστου, οι ουκρανικές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι κατέρριψαν σχεδόν το 90% των 115 drones που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν ούτε έναν από τους 24 βαλλιστικούς πυραύλους ούτε τους τέσσερις πυραύλους Zircon.
Η Ουκρανία αναγνωρίζει ότι οι παραδόσεις αντιαεροπορικών πυραύλων έχουν μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2025.
Για τη Μόσχα, αυτό δημιουργεί ένα παράθυρο επιχειρησιακού πλεονεκτήματος.
Η αεράμυνα δεν μπορεί να προστατεύσει τα πάντα.
Όταν οι αναχαιτιστές είναι περιορισμένοι, το Κίεβο αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακές μονάδες, βιομηχανία και εμπορικά logistics.
Η ίδια η γεωγραφία της άμυνας μετατρέπεται έτσι σε δίλημμα.

Από τις αποθήκες στα άδεια ράφια
Οι συνέπειες έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές στην καθημερινή οικονομία.
Μετά τις επιθέσεις σε κέντρα διανομής, ουκρανικά μέσα κατέγραψαν ελλείψεις και άδεια ράφια σε ορισμένα καταστήματα στο Κίεβο και στην περιφέρειά του.
Οι ζημιές σε εγκαταστάσεις των Silpo και άλλων μεγάλων αλυσίδων υποχρέωσαν τις εταιρείες να αναδιατάξουν την τροφοδοσία τους.

Το ισχυρότερο όπλο: Tα λιμάνια
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση προκαλεί η κατάσταση στη Μαύρη Θάλασσα.
Η οικονομία της Ουκρανίας εξακολουθεί να εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.
Περίπου το 90% των εξαγωγών σιτηρών και ελαιούχων προϊόντων μεταφέρεται κανονικά μέσω της Μαύρης Θάλασσας, ενώ η γεωργία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των ουκρανικών εσόδων από εξαγωγές.
Οι ρωσικές επιθέσεις σε λιμενικές εγκαταστάσεις και πλοία γύρω από την Οδησσό έχουν προκαλέσει δραματική μείωση της κίνησης.
Στις αρχές Αυγούστου, κανένα πλοίο δεν είχε εισέλθει στα λιμάνια της περιοχής για σχεδόν δύο εβδομάδες.
Ο Ουκρανός υπουργός Γεωργίας Taras Vysotskyi προειδοποίησε ότι περισσότερα από 30 εκατ. τόνοι αγροτικών προϊόντων κινδυνεύουν να μη φτάσουν στις διεθνείς αγορές εάν η κατάσταση δεν αλλάξει.
Οι άμεσες απώλειες για τον αγροτικό τομέα μπορεί να φτάσουν τα 1,5 έως 3 δισ. δολάρια μόνο φέτος.
Μέχρι τα μέσα Αυγούστου, οι εξαγωγές σιτηρών είχαν υποχωρήσει κατά περίπου 75% σε ετήσια βάση για τις πρώτες δύο εβδομάδες του μήνα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο οικονομικό μέτωπο του πολέμου.

Η εναλλακτική διαδρομή δεν αρκεί
Θεωρητικά, η Ουκρανία μπορεί να παρακάμψει τη Μαύρη Θάλασσα μέσω σιδηροδρόμων, οδικών μεταφορών και του Δούναβη.
Στην πράξη, όμως, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Σύμφωνα με τον Taras Vysotskyi, οι εναλλακτικές οδοί μπορούν να καλύψουν περίπου το 50%-55% της μηνιαίας δυναμικότητας των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας και επιβαρύνουν τους παραγωγούς με επιπλέον κόστος περίπου 45-50 δολαρίων ανά τόνο.
Τα χαμηλά επίπεδα νερού στον Δούναβη δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η οικονομική πίεση δημιουργεί έτσι μια αλυσίδα:
λιγότερα πλοία σημαίνουν λιγότερες εξαγωγές· λιγότερες εξαγωγές σημαίνουν χαμηλότερες τιμές για τους Ουκρανούς παραγωγούς· χαμηλότερες τιμές σημαίνουν μικρότερη ρευστότητα· και μικρότερη ρευστότητα σημαίνει λιγότερα χρήματα για καύσιμα, μισθούς, σπορά και εξυπηρέτηση δανείων.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας εκτιμά ότι η διατάραξη των λιμανιών μπορεί να στερήσει περίπου 2,5 δισ. δολάρια σε συναλλαγματικά έσοδα έως το τέλος του έτους.

Ένας πόλεμος οικονομικής αντοχής
Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά της εικόνας.
Η Ουκρανία εφαρμόζει παρόμοια λογική εναντίον της Ρωσίας, χτυπώντας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, βιομηχανικούς στόχους και κέντρα logistics της Wildberries. Η Ρωσία αναγνωρίζει ότι οι επιθέσεις προκαλούν οικονομικές ζημιές, αν και η Μόσχα υποστηρίζει ότι δεν έχουν δημιουργήσει κρίσιμες συνέπειες.
Επομένως, ο «πόλεμος των αποθηκών» είναι πλέον αμφίδρομος.
Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στην οικονομική αντοχή των δύο πλευρών.
Για τη Ρωσία, ο στόχος είναι να αποδείξει ότι διαθέτει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, περισσότερες δυνατότητες παραγωγής και μεγαλύτερη ικανότητα να απορροφήσει τις απώλειες ενός παρατεταμένου πολέμου.
Για την Ουκρανία, αντίθετα, η συνέχιση της οικονομικής λειτουργίας εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από δυτική χρηματοδότηση, στρατιωτική βοήθεια και πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

Αυτό μετατρέπει τις αποθήκες, τα λιμάνια και τους πυραύλους αναχαίτισης Patriot σε κομμάτια του ίδιου στρατηγικού παζλ.
Η Μόσχα ποντάρει πλέον λιγότερο στην εικόνα μιας ξαφνικής στρατιωτικής κατάρρευσης και περισσότερο στη συσσωρευτική φθορά: κάθε κατεστραμμένη αποθήκη, κάθε εβδομάδα χωρίς κανονικές θαλάσσιες εξαγωγές, κάθε ακριβότερη διαδρομή μεταφοράς και κάθε πύραυλος αναχαίτισης που εξαντλείται αυξάνει το κόστος συνέχισης του πολέμου για το Κίεβο.
Και αυτό ίσως αποτελεί το σημαντικότερο μήνυμα της σημερινής φάσης της σύγκρουσης.
Η Ρωσία δεν επιχειρεί πλέον μόνο να πιέσει την ουκρανική γραμμή άμυνας.
Επιχειρεί να πιέσει το οικονομικό σύστημα που βρίσκεται πίσω από αυτή.
Αν το Κίεβο δεν μπορέσει να εξασφαλίσει επαρκή αεράμυνα, να αποκαταστήσει τις εφοδιαστικές του αλυσίδες και να κρατήσει ανοιχτή τη Μαύρη Θάλασσα, τότε ο πραγματικός κίνδυνος δεν θα είναι μόνο η απώλεια εδάφους.
Θα είναι μια σταδιακή οικονομική ασφυξία που θα κάνει κάθε επόμενο μήνα του πολέμου ακριβότερο από τον προηγούμενο.

Economist: Η Ρωσία σκοτώνει την ουκρανική οικονομία χτυπώντας τα logistics
Δεν είναι τυχαία η αναφορά του Economist στις σημαντικές οικονομικές απώλειες προκαλούν στην Ουκρανία τα ρωσικά πλήγματα εναντίον αποθηκών, κέντρων logistics, επιχειρήσεων και μεταφορικών υποδομών.
Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο στρατιωτικό μέτωπο, αλλά επεκτείνεται στην ίδια τη δυνατότητα της ουκρανικής οικονομίας να λειτουργεί και να εξάγει προϊόντα.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της αλυσίδας Goodwine.
Σύμφωνα με τον συνιδιοκτήτη της, Dmitry Krymsky, τα ρωσικά πλήγματα έχουν προκαλέσει ζημιές περίπου 500 εκατ. δολαρίων σε ουκρανικές επιχειρήσεις μέσα σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων.
Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί αποθήκες, κέντρα διανομής, εγκαταστάσεις της Nova Poshta, αλλά και πλοία μεταφοράς φορτίων στη Μαύρη Θάλασσα. Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση στα λιμάνια της Οδησσού τα οποία, σύμφωνα με τον Economist, έχουν ουσιαστικά καταστεί «εμπορικά νεκρά» μετά την εντατικοποίηση των επιθέσεων στη ναυσιπλοΐα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά τις ουκρανικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.
Η Ουκρανία χρειάζεται φέτος να διαθέσει στις διεθνείς αγορές περίπου 50 εκατ. τόνους σιτηρών.
Εάν οι θαλάσσιες εξαγωγές παραμείνουν σοβαρά περιορισμένες, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα βαριές για τον αγροτικό τομέα.
Η αδυναμία πώλησης της παραγωγής θα μπορούσε να οδηγήσει πολλούς αγρότες στην απόφαση να μειώσουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν τις φθινοπωρινές καλλιέργειες.
Οι πιθανές απώλειες για τον κλάδο εκτιμώνται σε 10 έως 12 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ουκρανικού ΑΕΠ.
Είναι πασιφανές ότι η ρωσική στρατηγική αποσκοπεί πλέον στην κατάρρευση της Ουκρανίας, μέσω χτυπήματων στο οικονομικό «νευρικό σύστημα» της χώρας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών